Τσιγαροκόφτης: To πρώτο βήμα

Roxx |

Μετά από είκοσι χρόνια αποφάσισα ότι είναι καιρός να σταματήσω το κανονικό τσιγάρο και να το γυρίσω σε ηλεκτρονικό. Αποφάσισα επίσης να καταγράφω αυτή την εμπειρία με κάθε λεπτομέρεια. Κάποια από τα πράγματα που θα διαβάσετε ίσως σας φανούν υπερβολικά αλλά όπως είχε πει κάποτε κάποιος όχι και τόσο σημαντικός άνθρωπος, η πραγματικότητα είναι μία διαστρεβλωμένη εικόνα της φαντασίας.

Καταγράφει την εμπειρία του ο Θανάσης Ράλλης

Στα σχεδόν είκοσι χρόνια που έχουν περάσει από την ημέρα που ξεκίνησα το κάπνισμα δεν μου πέρασε ούτε για μία στιγμή από το μυαλό ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να το κόψω. Μου το έχουν πει πάρα πολλές φορές αλλά δεν είχα μπει ποτέ στη διαδικασία να το δω ως μία πιθανότητα στη ζωή μου.

Ειδικά από τότε που έκανα μία επίσκεψη στον καρδιολόγο για τυπικούς λόγους και μου είπε ότι όλα είναι μια χαρά η πεποίθηση ότι θα καπνίζω για πάντα, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα φώλιασε μέσα μου. Για να τα λέμε όλα, ο γιατρός με ρώτησε αν καπνίζω και όταν του απάντησα «ναι», μου είπε να το κόψω, αλλά δεν ξέρω κανέναν γιατρό που θα έλεγε το αντίθετο. Εκτός και αν δεν είχε δίπλωμα και δεν είχε εξασκήσει ποτέ το επάγγελμα. Αλλά αν δεν είχε δίπλωμα και δεν είχε εξασκήσει ποτέ το επάγγελμα και κατέληγα στο γραφείο του για κάποιο λόγο που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να σκεφτώ, το πιο πιθανό είναι ότι θα κατέληγα αναίσθητος σε μία μπανιέρα και όταν θα ξυπνούσα (αν ξυπνούσα) θα διαπίστωνα ότι μου έλειπε το νεφρό.

Συμβαίνουν αυτά.

Τον τελευταίο χρόνο όμως όλο και περισσότεροι άνθρωποι του περίγυρου μου άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου με ηλεκτρονικό τσιγάρο στα χέρια. Και έκαναν οι περισσότεροι σαν να μην συμβαίνει και τίποτα συνταρακτικό. Ούτε νεύρα έμοιαζαν να είχαν ούτε φαινόταν να έχει αλλάξει κάτι στη ζωή και την καθημερινότητα τους.  Τους έκανα λοιπόν κατά καιρούς ερωτήσεις για την εμπειρία τους. Πόσο κάνει αυτό το μαραφέτι, πώς δουλεύει αυτό το μαραφέτι, αν είναι ικανοποιημένοι από το μαραφέτι και άλλα τέτοια.

Η χρήση της λέξης μαραφέτι έγινε βέβαια από ένα σημείο και μετά λίγο περίεργη και νομίζω ότι μου δημιούργησε κάποια μικροπροβλήματα με τις συναναστροφές μου, αφού δεν είναι και το πιο κομψό πράγματα στο κόσμο, ένας άντρας να ρωτάει έναν άλλο άντρα για το αν είναι ικανοποιημένος από το μαραφέτι του. Μπορεί να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις έτσι σταμάτησα να χρησιμοποιώ τη λέξη μαραφέτι. Δεν μου βγήκε όμως ποτέ από το μυαλό.

Για το μαραφέτι μιλάμε πάντα.

Το σκεφτόμουν εδώ και  αρκετούς μήνες και το έψαχνα όσο μπορούσα αλλά ποτέ δεν είχα μπει στη διαδικασία χρονοδιαγράμματος. Και όλες αυτές οι σκέψεις συνήθως γίνονταν την ώρα που είχαν ένα στριφτό τσιγάρο με χαρτάκι γλυκόριζα στο στόμα. Αυτό το συγκεκριμένο είναι το τσιγάρο μου εδώ και 12 χρόνια. Δεν μπορώ πλέον να καπνίσω κανονικό τσιγάρο ούτε να κάνω στριφτό με άλλο χαρτάκι εκτός από γλυκόριζα. Οτιδήποτε άλλο δεν μου μοιάζει με τσιγάρο καν.  Έχει τύχει να μου τελειώσουν τα χαρτάκια μέσα στη νύχτα και παρά το γεγονός ότι είχα σε ντουλάπι του σπιτιού αλλά χαρτάκια που είχα αγοράσει κατά λάθος, δεν τα χρησιμοποίησα βγήκα στο δρόμο μετά τα μεσάνυχτα και περπάτησα περίπου δύο χιλιόμετρα  μέχρι να βρω ανοικτό περίπτερο για να αγοράσω τα δικά μου.

Ήταν καλοκαίρι και πιστεύοντας ότι δεν θα περπατήσω πολύ έβαλα μόνο σαγιονάρες και ντρέπομαι που το λέω αλλά σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις πάτησα πετραδάκια και άφησα τρεις πνιχτές κραυγές που δεν θα έκαναν περήφανο τον πατέρα μου σε καμία περίπτωση. Είμαι όμως της άποψης ότι αν πονάς δεν πρέπει να το κρατάς μέσα σου, πρέπει να το απελευθερώνεις.

Γιατί αφού το έφερε η κουβέντα, τι είναι στην πραγματικότητα ο πόνος;

Είναι το σώμα μας που θέλει να φωνάξει. Και ο μηχανισμός του είναι το στόμα. Αφήστε λοιπόν όσες μικρές κραυγές θέλετε δεν είναι ντροπή. Και ας προέρχεται ο πόνος από πετραδάκια που πάτησες στο δρόμο μέσα στη νύχτα ενώ έψαχνες να βρεις χαρτάκια για να καπνίσεις και αποφάσισες να βάλεις σαγιονάρες.

Όταν γύρισα τελικά στο σπίτι εκείνο το βράδυ, ανακάλυψα ότι στο ντουλάπι είχα και από τα δικά μου χαρτάκια, αλλά εκείνη τη στιγμή θεώρησα ότι το όλο σκηνικό ότι ήταν απλά μία δοκιμασία από μία ανώτερη δύναμη που ήθελε να τεστάρει τις αντοχές μου. Νομίζω ότι απέτυχα στη δοκιμασία έτσι εκείνη η ανώτερη δύναμη (όποια κι αν ήταν αυτή) δεν θα ασχοληθεί ξανά μαζί μου και μία μεγάλη ευκαιρία για να γίνω κάποιου τύπου προφήτης είχε μόλις χαθεί.

Συμβαίνουν αυτά.

Πριν από λίγες ημέρες εμφανίστηκε μπροστά μου μία ευκαιρία. Θα μπορούσα που λέτε να αγοράσω ηλεκτρονικό τσιγάρο και μέσω κάποιας επιδότησης από τη δουλειά γνωστού που δεν ήθελε να το χρησιμοποιήσει (γιατί δεν καπνίζει γενικά, οπότε γιατί να θέλει να το γυρίσει σε ηλεκτρονικό τσιγάρο;),  θα έπαιρνα πίσω 60 ευρώ.

Με λίγα λόγια το αρχικό κόστος της επένδυσης θα ήταν ελάχιστο, έτσι σκέφτηκα ότι θα ήταν μία καλή ευκαιρία να το δοκιμάσω. Πάλι όμως δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι αν το κάνω θα πρέπει να σταματήσω να καπνίζω κανονικά. Δυσκολεύομαι είναι η αλήθεια να σκεφτώ τις συνέπειες μίας πράξης. Είναι μία διαδικασία που απαιτεί μία συνοχή των σκέψεων που θα σε οδηγήσει από το Α στο Β και μετά στο Γ και μετά στο επόμενο γράμμα που στη δική μας περίπτωση είναι το Δ.

Ο δικός μου τρόπος σκέψης πολλές φορές ξεκινάει από το Β μίας υπόθεσης και καταλήγει στο Ε μίας εντελώς διαφορετικής υπόθεσης έτσι καταλήγει σε ένα μικρό αχταρμά που δεν μπορεί να χτίσει ποτέ και σε καμία περίπτωση μία λογική προσέγγιση των πραγμάτων.

Πριν από δύο ημέρες έκανα το μεγάλο βήμα και πήγα σε ένα κατάστημα με όλα τα είδη για το ηλεκτρονικό τσιγάρο που βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι μου. Ήθελα η απόσταση να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη έτσι ώστε αν κατάφερνα συνεχίσω σε αυτό το δρόμο να μην χρειάζεται να κάνω μεγάλες αποστάσεις.

Μπήκα μέσα με μεγάλη διστακτικότητα, ένα χαρακτηριστικό που με διακρίνει κάθε φορά που είμαι έτοιμος να κάνω κάτι καινούργιο. Από το να πάω σε ψιλικατζίδικο που δεν έχω ξαναπάει μέχρι να δοκιμάσω ελεύθερη πτώση από αεροπλάνο. Ένα από τα δύο δεν τΟ έχω κάνει ποτέ και μπορείτε να βάλετε τη φαντασία σας να δουλέψει για να καταλήξετε στο ποιο είναι αυτό.

Το κατάστημα ήταν καινούργιο και πεντακάθαρο. Είχε όλα τα προϊόντα σε βιτρίνες και ο υπάλληλος έμοιαζε πολύ φιλικός τουλάχιστον από όσο μπορούσα να καταλάβω από την συναναστροφή του με τον πελάτη που εξυπηρετούσε ήδη. Ο συγκεκριμένος πελάτης ήταν από αυτούς τους ομιλιτικότατους τύπους που θεωρούν ότι μας ενδιαφέρουν όλα τα πράγματα που κάνουν στη ζωή τους. Εξιστορούσε όλες τις δοκιμές που έχει κάνει κατά καιρούς με τα υγρά για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα και σε όλη τη διάρκεια της ανούσιας ιστορίας ο υπάλληλος χαμογελούσε. Εγώ είχα βάλει τα χέρια πίσω από την πλάτη και κοιτούσα τις βιτρίνες. Σταμάτησα να δίνω προσοχή στα όσα έλεγε ο πελάτης μετά από περίπου δύο λεπτά και έφτιαχνα μικρές ιστορίες στο μυαλό μου.

Σε μία από αυτές τις μικρές ιστορίες ένας φούρναρης που η γυναίκα του τον χώρισε μετά από 22 χρόνια γάμου επειδή τα έφτιαξε με τον υδραυλικό που είχε πάει ένα πρωί στο σπίτι για να τους φτιάξει το καζανάκι, αποφασίζει να εκδικηθεί την κοινωνία τοποθετώντας μέσα στα ψωμιά μικρά χαρτάκια που γράφουν πάνω μικρά μηνύματα.

«Εσύ που το διαβάζεις αυτό θα έχεις τέσσερα χρόνια ατυχίας και δεν πρέπει να ανοίξεις ποτέ ξανά την κατάψυξη», «Αυτή τη στιγμή που μιλάμε ο καλύτερος σου φίλος σε λέει μαλάκα σε μία συζήτηση που κάνει με το αφεντικό σου», «Θα σε προδώσει ο άνθρωπος που εμπιστεύτηκες περισσότερο από κάθε άλλον και το αμάξι σου χάνει λάδια» ήταν μόνο μερικά από αυτά. Ένας από αυτούς που πήραν ψωμί από το συγκεκριμένο φούρνο έφαγε το χαρτάκι και δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα.

«Με συγχωρείτε για την καθυστέρηση, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω» είπε ο υπάλληλος διακόπτοντας την ιστορία που έφτιαχνα στο μυαλό μου. Ο υπερβολικά ομιλητικός πελάτης είχε φύγει και πρέπει να ήταν και λίγο μαλάκας εδώ που τα λέμε γιατί όπως πρόσεξα μπαίνοντας στο μαγαζί φορούσε τσαντάκι-μπανάνα στη μέση. Και ήταν κάτω από 40.

Ανεπίτρεπτο.

«Είμαι εντελώς άσχετος με την όλη φάση και θέλω να μου τα πεις όλα από την αρχή» του είπα και διέκρινα ότι το χαμόγελο του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Είχα πολύ μεγάλο πρόβλημα με τους πολύ ευγενικούς και χαμογελαστούς τύπους, αφού πάντα πίστευα ότι κάτι πολύ σκοτεινό κρύβεται πίσω από τη χαρούμενη μάσκα. Ναι βέβαια θα μπορούσαν απλά όντως να είναι χαμογελαστοί και ευγενικοί γενικά αλλά στον κόσμο που ζούμε τι λόγους έχεις για να χαμογελάς συνέχεια;

Μου εξήγησε πολύ αναλυτικά όλα όσα έπρεπε να ξέρω και αφού με ρώτησε τι τύπου καπνιστής είμαι και του απάντησα «μανιακός» μου είπε «κατάλαβα, κατάλαβα» και μου έκλεισε το μάτι.

Ένιωσα λίγο αμήχανα αφού δεν έχω συνηθίσει να μου κλείνουν το μάτι και δεν ήξερα ποια θα έπρεπε να είναι η αντίδραση μου. Να του έκλεινα και εγώ το μάτι; Τότε δεν θα γίνονταν ακόμα πιο περίεργα τα πράγματα; Να σήκωνα το χέρι και του έλεγα «κόλλα το»; Να έφευγα τρέχοντας από το μαγαζί;

Ευτυχώς δεν πέρασε καθόλου χρόνος από τη στιγμή που μου έκλεισε το μάτι μέχρι που συνέχισε να μιλάει βγάζοντας με από τη δύσκολη θέση.

«Αφού είσαι μανιάκος, μην κοιτάς αυτά στις βιτρίνες», είπε και έβγαλε κάτω από τον πάγκο μία κούτα. «Αυτά εδώ είναι για σένα» μου είπε ανοίγοντας την κούτα.

Είδα πέντε διαφορετικές συσκευές, όλες τους με διαφορετικά χρώματα. Το μάτι που πήγε σε μία με μαύρο ματ χρώμα. Την ένιωσα να με καλεί, να θέλει να την πιάσω στα χέρια μου, να την κάνω δικιά μου. Ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου.

«Μπορώ να την πιάσω;» ρώτησα τον υπάλληλο. Δεν μίλησε, απλά μου ένευσε και έκλεισε ξανά το μάτι.  Δεν έδωσα σημασία αυτή τη φορά ελπίζοντας ότι ήταν κάποιο τικ και πήρα τη συσκευή στα χέρια μου.

Δέκα λεπτά μετά και αφού είχα δοκιμάσει 3 διαφορετικές γεύσεις υγρών έφυγα από το μαγαζί έχοντας αγοράσει όλα τα απαραίτητα. Ήμουν έτοιμος.

Γύρισα σπίτι έβαλα το μηχάνημα να φορτίζει και άναψα ένα τσιγάρο. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι ο καπνός που είχα πάνω μου θα ήταν ο τελευταίος. Με το που θα τελείωνε δεν θα αγόραζα άλλον.

Πίσω στο κατάστημα, ο υπάλληλος μιλούσε στο τηλέφωνο χωρίς το χαμόγελο που τον διέκρινε όση ώρα ήμουν εκεί. Η φωνή του ήταν χαμηλή και ο τόνος του συνωμοτικός.

«Φαίνεται λίγο καχύποπτος και λίγο μαλάκας αλλά ίσως να είναι ο άνθρωπος μας» είπε. Από την  άλλη μεριά της γραμμής δεν ακούστηκε τίποτα. Βασικά κάτι ειπώθηκε αλλά δεν μπορούμε να ακούσουμε. Ο υπάλληλος έκλεισε το τηλέφωνο και υποδέχθηκε τον επόμενο πελάτη με ένα πλατύ χαμόγελο.

«Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω» είπε, την ώρα που τραβούσα την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο που είχα ανάψει.

 

 



ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ