Οι τελευταίες μέρες του γέρο-Τζιμ
Project 33

Οι τελευταίες μέρες του γέρο-Τζιμ

Ακολουθεί εξιστόρηση των τελευταίων ημερών του γέρο Τζιμ. Θεωρείται εξαιρετικά πιθανό να είναι αυτός ο πρώτος άνθρωπος που ξεκίνησε την κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που ταλαιπωρεί σήμερα όλο τον κόσμο.   Βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του τέσσερις ολόκληρες ημέρες μετά την εξαφάνιση του και ενώ ήταν σίγουρο ότι όλο αυτό το διάστημα δεν βρισκόταν εκεί. Το πρώτο μέρος που έψαξε η αστυνομία ήταν αυτό.

Δευτέρα

Ο γέρο Τζιμ μπήκε στην τράπεζα κρατώντας στα χέρια του τη σπιτική μηλόπιτα που είχε φτιάξει η αδερφή του. Ήταν η καλύτερη μηλόπιτα σε όλη την κοινότητα και με αυτό τον τρόπο πίστευε ότι θα δελεάσει τον διευθυντή, για να του δώσει εκείνο το δάνειο που ζητούσε τόσο καιρό. Η μυρωδιά της γέμισε την αίθουσα και ο διευθυντής ενώ άλλες φορές τον έδιωχνε άκομψα, αυτή τη φορά όχι μόνο τον φώναξε στο γραφείο του αλλά τον κέρασε και καφέ. Ο γερο Τζιμ ήπιε μια γουλιά από το φούξια καλαμάκι που είχε ο καφές και περίμενε τον διευθυντή να ολοκληρώσει την κατανάλωση της μηλόπιτας. Αν και πίστευε ότι το ταψάκι θα έφτανε για όλους τους υπαλλήλους, αυτός την είχε φάει μόνος του ολόκληρη. Τα 120 κιλά του δικαιολογούσαν αυτή του τη λαιμαργία που θα τον έφερναν όμως λίγα χρόνια μετά, νεκρό από καρδιακή προσβολή στις σκάλες του δεύτερου ορόφου, μια μέρα που θα χάλαγε το ασανσέρ.

«Τρεις χιλιάδες δολάρια. Βάζουμε δεύτερη υποθήκη το σπίτι μου. Και θα σας τα επιστρέψω σε ένα μήνα ακριβώς» είπε ο γέρο Τζιμ. Ο μπουκωμένος διευθυντής κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του και του έσπρωξε ένα χαρτί. Ο γέρο Τζιμ το υπέγραψε χωρίς να το διαβάσει καν. Πήγε στο ταμείο χαιρέτησε ευγενικά τον υπάλληλο, που φορούσε μακρυμάνικο πουκάμισο αν και η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 40 βαθμούς, και εισέπραξε τα λεφτά. Έκλεισε την πόρτα της τράπεζας πίσω του και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Είχε τέσσερις μέρες ζωής μπροστά του.

Τρίτη

Δεν είχε γυρίσει καθόλου σπίτι του. Η αδερφή του και τα παιδιά του δεν είχαν σταματήσει να παίρνουν τηλέφωνο. Αυτός όμως είχε μπει στο πρώτο λεωφορείο και είχε φτάσει αργά το προηγούμενο βράδυ στην πόλη. Πλήρωσε τρεις διανυκτερεύσεις σε ένα ξενοδοχείο, μπανιαρίστηκε και βγήκε τη βόλτα του. Ελάχιστα πράγματα θυμόταν, αφού οι ποσότητες αλκοόλ που κατανάλωσε μπορούν να μετρηθούν μόνο σε δίλιτρες κανάτες. Είχε να μεθύσει πάνω από 20 χρόνια και η τελευταία φόρα ήταν με τη γυναίκα του. Άξιζε τον κόπο. Πήγε προς το μπάνιο και την ώρα που έριχνε νερό στα μούτρα του για να συνέλθει,  είδε στο δεξί του μπράτσο κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι εκεί.  Ένα τατουάζ. Ήταν μια κόκκινη καρδιά με ένα βέλος να την τρυπάει και να στάζει αίμα. Από κάτω έγραφε το όνομα ΜΑΡΙΖΑ.

Το έτριψε λίγο και χαμογέλασε. Δεν θυμόταν όμως ποια ήταν η Μαρίζα. Βγήκε μια βόλτα στην πλατεία που βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο, έκατσε να φάει σε ένα εστιατόριο και όλη αυτή την ώρα ένιωθε ότι ο κόσμος τον κοιτούσε. Ένας τύπος που καθόταν στο απέναντι τραπέζι σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του.

«Μετά τα χθεσινά δεν πίστευα ότι θα σας ξαναδώ» του είπε ο νεαρός που είχε έναν ευγενικό αλλά παράλληλα διστακτικό τόνο στη φωνή του.

«Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς, αλλά ακούγεται διασκεδαστικό» του απάντησε ο γέρο Τζιμ. Το προηγούμενο βράδυ, είχε κεράσει όλο το μπαρ ποτά, έκανε διαγωνισμό με σφηνάκια με έναν πιτσιρικά, χτύπησε τον άντρα μίας γυναίκας που τον κοιτούσε όλο το βράδυ και στη συνέχεια πήγε και έκανε τατουάζ το όνομα της. Γύρισε στο ξενοδοχείο φωνάζοντας στους θαμώνες «Τα λέμε αύριο Καριόλες».

Λίγο πριν φύγει από το τραπέζι του ο νεαρός του είπε ότι ο άντρας της Μαρίζας τον ψάχνει με άγριες διαθέσεις.  Αυτό το τελευταίο κομμάτι του έφτιαξε ακόμα περισσότερο τη μέρα, αφού ένα από τα πράγματα που αναζητούσε σε αυτή του την εξόρμηση, ήταν κλασικός παραδοσιακός καβγάς, με μπουκάλια μπύρας να εκσφενδονίζονται σε όλες τις μεριές.

Επέστρεψε στο δωμάτιο του, κοιμήθηκε μέχρι αργά το απόγευμα, σηκώθηκε έκανε το μπάνιο του, έβαλε τα αρώματα του και όταν νύχτωσε για τα καλά, βγήκε ξανά στην πόλη.

Μπήκε στο ίδιο μπαρ που είχε πάει και το προηγούμενο βράδυ. Με την άκρη του ματιού του  είδε στη γωνία την Μαρίζα μαζί με τον άντρα της. Όταν τον είδαν και αυτοί ο άντρας σηκώθηκε με άγριες διαθέσεις. Η Μαρίζα προσπάθησε να τον συγκρατήσει αλλά δεν κατάφερε τίποτα.

Ο γέρο Τζιμ γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος που ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι θαμώνες. «Σας το πα ότι θα γύρναγα ΚΑΡΙΟΛΕΣ! Ποτά για όλους κερασμένα από μένα» φώναξε και ακολούθησαν πανηγυρισμοί και χειροκροτήματα.

Τετάρτη

Ήταν πλέον και επίσημα αγνοούμενος αφού όταν δεν επέστρεψε τα τηλεφωνήματα των παιδιών του, αυτά κάλεσαν την αστυνομία. Πιο πολύ ανησυχούσε η μεγάλη του κόρη. Ήταν αυτή που είχε καταλάβει πόσο μελαγχολικός ήταν το τελευταίο διάστημα. Ο γιός του πίστευε ότι ήταν απλά μία από τις κρίσεις μονοχνωτίασης που πάθαινε κατά καιρούς. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά και το είχαν καταλάβει.

Ο γέρο Τζιμ ξύπνησε λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι. Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν και τόσο γέρος. Πριν από δύο μήνες είχε κλείσει τα 60 απλά αυτό το παρατσούκλι τον συνόδευε από τα 30 του. Του άρεσε και το είχε κρατήσει. Ακόμα και ο ίδιος συστηνόταν έτσι. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος παρά την ηλικία του. Ένιωθε όμως την δύναμη του να τον εγκαταλείπει τις τελευταίες εβδομάδες. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και μηχανικά πήγε προς την τουαλέτα για να πλυθεί. Κοίταξε ξανά το τατουάζ στον καθρέφτη. Έβαλε τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού κάτω από το πρησμένο μάτι του. Είχε φάει μία καλή γροθιά σε εκείνο ακριβώς το σημείο αλλά την είχε ευχαριστηθεί. Η προηγούμενη βραδιά που ξεκίνησε με τον καβγά στο μπαρ κατέληξε με πολύ αλκοόλ και τη συντροφιά μιας νεαρής κοπέλας που δεν θα έπρεπε να ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία από την κόρη του. Γύρω στα 25 δηλαδή. Η παρέα τους δεν έκρυβε κάτι το ερωτικό. Ήταν πιο συντροφικό. Αυτή είχε κάτσει στην αγκαλιά του μέχρι που ξημέρωσε και μετά την είχε γυρίσει σπίτι της, στα κρυφά φυσικά για να μην καταλάβουν κάτι οι γονείς της.

Γύρισε στο δωμάτιο και έβγαλε τα λεφτά από το παντελόνι του. Του είχαν μείνει κάτι λιγότερο από χίλια δολάρια.

Ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό του το τι θα έκανε με αυτά. Πρώτα όμως θα έβγαινε έξω για να πάρει λίγο αέρα και να φάει κάτι.

Πέμπτη

Το χτύπημα της πόρτας ήταν πλέον πολύ δυνατό. Οι γείτονες είχαν ακούσει θόρυβο μέσα στο σπίτι και είχαν καλέσει την αστυνομία. Όταν οι δύο άντρες έσπασαν τελικά την πόρτα και μπήκαν μέσα βρήκαν τον γέρο Τζιμ ξαπλωμένο ανάσκελα στο κρεβάτι του. Δεν ανέπνεε.

Τηλεφώνησαν πρώτα για ασθενοφόρο και μετά στα παιδιά του. Η κηδεία έγινε την επόμενη μέρα.

Ο γέρο Τζιμ είχε χρησιμοποιήσει τα υπόλοιπα λεφτά του για να νοικιάσει ένα καραβάκι. Με αυτό έκανε βόλτα μέχρι αργά το βράδυ της Τετάρτης. Ήταν η πρώτη φορά από τότε που είχε πεθάνει η γυναίκα του που ήταν ξένοιαστος. Είχε μαζί του και την νεαρή κοπέλα. Όταν η βόλτα τελείωσε την αποχαιρέτησε και γύρισε στο ξενοδοχείο για να μαζέψει τα πράγματα του. Ήταν πλέον χαρούμενος. Είχε κάνει αυτά που ήθελε. Αυτά που δεν είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια. Ο γιατρός που είχε επισκεφθεί την προηγούμενη εβδομάδα για να δει τι στο διάολο συνέβαινε με αυτούς τους πόνους του τελευταίου μήνα ήταν σαφής.  Καρκίνος στο τελυταίο στάδιο. Δεν του έμενε πάνω από ένας μήνας ζωής.

Δεν χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες για το πώς πέθανε. Ας πούμε μόνο ότι ήταν επιλογή του. Τα λεφτά δεν θα τα επέστρεψε ποτέ στην τράπεζα.  Και για το σπίτι; Δεν τον ένοιαζε. Είχε πρόσφατη στο μυαλό του την απόφαση της πολεοδομίας ότι θα έπρεπε να γκρεμιστεί, αφού από εκεί θα πέρναγε ο κεντρικός δρόμος που θα ένωνε την κοινότητα με την πόλη.

Το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε λίγο πριν κλείσει τα μάτια του ήταν ότι θα έμπαινε σε μια αίθουσα με όλους τους παλιούς του φίλους και θα φώναζε «Σας έλειψα ΚΑΡΙΟΛΕΣ;».

Η γυναίκα του τον περίμενε χαμογελώντας στη γωνία της αίθουσας. Ήλπιζε ότι τα τατουάζ δεν μεταφέρονται στη μετά θάνατο ζωή.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ