Άνθρωπος στη θάλασσα
Project 33

Άνθρωπος στη θάλασσα

Έχετε ακούσει που λένε ότι μερικές φορές τα άστρα ευθυγραμμίζονται, οι πορείες των ανθρώπων ενώνονται και η μοίρα παίζει το ρόλο που της έχει ανατεθεί για να μπει σε λειτουργία ένα πολύ μεγάλο σχέδιο που καθορίζει τις ζωές όλων μας;

Μαλακίες. Το μοναδικό διαφορετικό πράγμα που έκανα εκείνη την ημέρα ήταν ότι ενώ ήξερα ότι λίγο μετά τις τέσσερις έρχεται η παλίρροια που σηκώνει κυματάκια και καλό θα ήταν να μη βουτάω εκείνη την ώρα γιατί οι επιδόσεις μου στο κολύμπι μόνο με παιδιά της τετάρτης δημοτικού θα μπορούσαν να συγκριθούν , με πήρε ο ύπνος επειδή το κινητό μου είχε σβήσει από μπαταρία, έτσι δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν.

Προσπάθησα να προσαρμόσω την όραση μου, έφτυσα λίγη άμμο που είχε κολλήσει στα δόντια μου και άκουσα τις καριολίτσες που κάθονταν μπροστά να συζητάνε για κάτι που είχαν δει την προηγούμενη μέρα στη τηλεόραση. Ήταν τόσο αδιάφορη η κουβέντα τους που σκέφτηκα μερικούς τρόπους για να τους κλείσω το στόμα χωρίς να με συλλάβουν.

Ο πιο εντυπωσιακός τρόπος από αυτούς ήταν οι τηλεκατευθυνόμενες ιπτάμενες μπανάνες. Το χειριστήριο θα ήταν στα χέρια μου και οι μπανάνες θα έρχονταν από τον ουρανό και θα σφήνωναν στα στόματα των τριών. Αυτές δεν θα μπορούσαν να φωνάξουν, αλλά θα μούγκριζαν, ένα παιδάκι θα πέρναγε από δίπλα τους και θα τους πέταγε νερό με το κουβαδάκι του, ενώ μια γιαγιά από δίπλα θα φώναζε «θαύμα-θαύμα».

Όλη αυτή η σκέψη μου δημιούργησε ένα τεράστιο χαμόγελο που γρήγορα σβήστηκε όταν άκουσα τη συνέχεια της κουβέντας τους.

«Μα καλά το πιστεύεις ότι ο Τέλης τα έφτιαξε τελικά με τη Μαρίνα; Αυτή η γκόμενα είχε πάει στον Βέρτη και είχε πει ότι δεν της άρεσε».

Εντόπισα με την άκρη του ματιού μου τις σαγιονάρες, που ήταν τρία βήματα μακριά από την ψάθα. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να κάνω τρία βήματα πάνω στις καυτές πετρούλες. Σηκώθηκα αποφασιστικά, έκανα το πρώτο βήμα και τσουρουφλίστηκα βγάζοντας παράλληλα μια μικρή πνιχτή κραυγή. Ήμουν σίγουρος ότι κανένας δεν με είχε πάρει χαμπάρι, έτσι έκανα και τα άλλα δύο βήματα γρήγορα βγάζοντας παράλληλα αντίστοιχες πνιχτές κραυγές.

Είχε φτάσει στον στόχο μου και αυτή ήταν μια μικρή επιτυχία. Κανένας δεν θα γιόρταζε μαζί μου, αλλά ένιωσα τόσο ανακουφισμένος τη στιγμή που τα πόδια μου ακούμπησαν στις σαγιονάρες, που θα μπορούσα να είμαι έστω και για λίγο ο βασιλιάς του κόσμου. Και το καλύτερο από όλα; Κανένας δεν με είχε δει!

Το βλέμμα μου πήγε αστραπιαία σε έναν πιτσιρικά που ήταν καθισμένος στην καυτή άμμο και με κοιτούσε επίμονα. Έφερε το δεξί του χέρι δίπλα στο κεφάλι του και έκανε την κίνηση που κάνουμε σε κάποιον που νομίζουμε ότι του έχει στρίψει. Του επέστρεψα το απαξιωτικό βλέμμα και εκείνος έφτυσε στην άμμο. Είχα κάνει έναν ακόμα εχθρό.

Άρχισα να περπατάω προς το μαγαζάκι που ήταν ακριβώς πάνω από την παραλία. Τα χώριζε μόνο ο δρόμος. Ένα καφεδάκι ήταν ότι πρέπει για την ώρα. Πρώτα θα έπινα δυο γουλιές καφέ και μετά θα έκανα μια βουτιά ακόμα. Ναι, ήταν ένα ωραίο απόγευμα αλλά όπως σας είπα και πριν από λίγο δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν.

Από το μαγαζάκι ερχόταν ένα επίμονο μπιτάκι. Μια απόπειρα μελωδίας που συνοδευόταν από ελληνικά φωνητικά. Ήταν ένα χιτάκι της εποχής που έκανε την κοπελίτσα που σκούπιζε ακριβώς απ’ έξω να λικνίζεται. Δεν συμμεριζόμουν τον ενθουσιασμό της, αλλά ήμουν πάντα της άποψης ότι αυτός που χειρίζεται τις μουσικές επιλογές του χώρου είναι το απόλυτο αφεντικό. Μπορούσε να σε κάνει ότι θέλει. Έτσι δεν μπήκα στη διαδικασία να σχολιάσω το τραγούδι αν και θα μπορούσα να πω κάτι σαν «Τώρα σ’ αρέσει αυτή η μαλακία που χορεύεις», αλλά δεν ήθελα να κάνω και άλλο εχθρό εκείνη τη μέρα. Ποτέ μην εξοργίζεις τον άνθρωπο που σου φτιάχνει τον καφέ, ήταν μία από τις σταθερές απόψεις μου και σκόπευα να μείνω πιστός σε αυτή. Έστω και με δυσκολία.

Η κοπελίτσα με το που με είδε πήγε πίσω από το μπαρ και με ρώτησε αν θα έπαιρνα το γνωστό. Εδώ και δύο μήνες κάθε μέρα, γινόταν η ίδια διαδικασία. Το γνωστό θα έπαιρνα, αν και μερικές φορές είχα μπει στον πειρασμό να ζητήσω φυσικό χυμό μανγκο, έτσι για να δω την αντίδραση της. Δεν το έκανα έτσι η κοπελίτσα μου έφτιαξε ένα φρέντο καπουτσίνο μέτριο, η χρησιμότητα του οποίου διαρκούσε περίπου πέντε λεπτά, αφού μετά τη δεύτερη γουλιά δεν πινόταν, αλλά εκείνα τα πρώτα πέντε λεπτά η αίσθηση που μου άφηνε, ήταν μια αίσθηση του καινούργιου και του δροσερού. Έτσι προτιμούσα να ζω κάθε μέρα εκείνα τα πέντε λεπτά κι ας ήξερα ότι θα ακολουθούσε μία ώρα νερουλού, ζεστού και γενικά όχι και τόσο γευστικού καφέ.

Συμπαθούσα την κοπελίτσα του μπαρ περισσότερο από τις τρεις καριολίτσες της παραλίας και αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσετε, από το γεγονός ότι τη μία την ονομάζω κοπελίτσα, και τις άλλες καριολίτσες. Η γραμμή που χωρίζει αυτούς τους χαρακτηρισμούς είναι αρκετά ευδιάκριτη πιστεύω.

Η κοπελίτσα δούλευε όλο το καλοκαίρι στο μαγαζί του πατέρα της και τον χειμώνα επέστρεφε στην Αθήνα όπου σπούδαζε κοινωνιολογία, θα τελείωνε το πανεπιστήμιο δύο χρόνια μετά και αφού για ένα χρόνο θα έμενε άνεργη ψάχνοντας παράλληλα κάποια δουλειά στον τομέα της στη συνέχεια δούλευε ως γραμματέας σε μεγάλη διαφημιστική εταιρία για έξι μήνες, πριν της την πέσει ο διευθυντής της, που ήταν μόνο 26 χρόνια μεγαλύτερος της. Θα επέστρεφε στο μπαρ με σκοπό να το δουλεύει όλο το χρόνο και θα παντρευόταν λίγο μετά, έναν παιδικό της φίλο δύο χρόνια μεγαλύτερο, που δούλευε ως υδραυλικός. Η κοινωνιολόγος και ο υδραυλικός θα έκαναν δύο παιδιά και θα σταματούσαν την μεταξύ τους επικοινωνία μετά από ακριβώς 12 χρόνια γάμου. Θα έμεναν μαζί παρόλα αυτά για χάρη των παιδιών.

Η κοπελίτσα ακόμα και όταν μεγάλωσε κάθε φορά που άκουγε το χιτάκι της περασμένης εποχής στο ραδιόφωνο θα λικνιζόταν παρά το γεγονός ότι είχε χαραμίσει τα νιάτα της και είχε καταλήξει σε μία ζωή χωρίς επικοινωνία.

Συμβαίνουν αυτά.

Επέστρεψα στην παραλία σαν θριαμβευτής από τη μάχη. Με τις σαγιονάρες να με προστατεύουν από την καυτή άμμο και την καφεδάρα μου στα χέρια. Μπήκα στην αρένα ως νικητής μια μάχης που ποτέ δεν έδωσα, αλλά αν την έδινα το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα την κέρδιζα με ευκολία. Αυτό που χάλασε τον θρίαμβο της στιγμής ήταν ο αέρας που είχε πιάσει και είχε σηκώσει την πετσέτα των Σικάγο Μπουλς, που είχα στερεώσει με πετρούλες πάνω στην ψάθα και την είχε πετάξει πάνω στο μοναδικό δέντρο που βρισκόταν στο χώρο. Περπάτησα με νωχελικό βήμα μέχρι εκεί, ξέμπλεξα με αρκετή προσπάθεια την πετσέτα και αφού τσέκαρα αν με κοιτούσε κανείς, επέστρεψα προς το μέρος που ήταν τα υπόλοιπα πράγματα μου. Ο πιτσιρικάς που με παρατηρούσε σε όλη την διάρκεια αυτής μου της προσπάθειας με κοίταξε με βδελυγμία και έφτυσε ξανά στην άμμο.

Που να σου καεί ο κώλος. Κωλόπαιδο!

Στερέωσα ξανά την πετσέτα πάνω στην ψάθα, ήπια μια γουλιά από την καφεδάρα, που ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία γευστική, αφού το πεντάλεπτο της απόλαυσης είχε περάσει και ετοιμάστηκα για την βουτιά που θα επανέφερε τον εγκέφαλο μου σε εγρήγορση. Δεν σκέφτηκα καθόλου την παλίρροια.

Προχώρησα με σταθερό βήμα προς τη θάλασσα φορώντας ακόμα τις σαγιονάρες. Θα τις άφηνα στην άκρη λίγο πριν βουτήξω. Δεν ήταν καιρός για ηρωισμούς και η μάχη της πατούσας με την καυτή άμμο δεν ήταν μια μάχη που ήθελα να δώσω. Όσο περνούσαν τα χρόνια ήξερα ότι έπρεπε να διαλέγω πιο σοφά τις μάχες και να τις επιδιώκω μόνο όταν ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα επικρατούσα.

Και αυτή ήταν μια μάχη που θα έχανα αν την έδινα.

Έκανα το πρώτο βήμα μέσα στο νερό και αγαλλίαση πλημμύρησε την ψυχή μου. Η δροσιά της θάλασσας έφερε ξανά σε πλήρη λειτουργία τις αισθήσεις μου. Έβαλα και το άλλο πόδι μέσα. Ω, θεοί του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος, ευλογήστε αυτή τη στιγμή και κάντε το νερό να προσφέρει πάντα την λύτρωση στις ταλαιπωρημένες ψυχές αυτού του κόσμου.
Ένα βήμα ακόμα, δύο βήματα ακόμα και μπλουμ έκανα το μακροβούτι μου, που δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερο από τρία μέτρα, αλλά όταν έβγαζα το κεφάλι μου έξω από το νερό ένιωθα ξανά βασιλιάς.

Εκείνη την ημέρα όμως το κινητό μου είχε σβήσει από μπαταρία, οπότε δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν και όταν ξύπνησα υπέθεσα ότι η παλίρροια είχε περάσει, έτσι δεν το ξανασκέφτηκα.
Το θυμήθηκα μόνο όταν άνοιξα τα μάτια μου μετά το μακροβούτι και είδα ένα τεράστιο, για τα κολυμβητικά δεδομένα μου, κύμα να έρχεται κατά πάνω μου. Παιδικές φωνές τσίριζαν χαρούμενα από κάπου μακριά. Νεανικές φωνές φώναζαν χαρούμενα από κάπου πιο δίπλα. Πιο μεγάλες σε ηλικία φωνές έκαναν κάτι χαρούμενα «χο, χο, χο,» από κάπου παραπέρα.

Όλοι τους πλατσούριζαν στα μεγάλα κύματα που προσέφεραν την καθημερινή διασκέδαση τέτοια περίπου ώρα. Τι έκανα εγώ; Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα στη θάλασσα εκείνη την ώρα. Δεν απέφυγα το πρώτο μεγάλο κύμα που σχεδόν με βούλιαξε και με άφησε να παλεύω για την επιβίωση μου. Ήταν τόσο δύσκολα τα πράγματα όσο τα περιγράφω; Η αλήθεια είναι πως όχι, αλλά προσπαθήστε να με καταλάβετε. Η σχέση μου με τη θάλασσα, ήταν σχέση προσεκτική. Εσύ με δροσίζεις λιγάκι και εγώ δεν μπαίνω βαθιά μέσα.

Βρέθηκα λοιπόν για μερικά δευτερόλεπτα κάτω από το νερό σε σημείο που το βάθος ήταν περίπου τρία μέτρα. Είχα κρατήσει τα μάτια μου κλειστά και μπορούσα να ακούσω τις χαρούμενες φωνές που έρχονταν από κάπου πολύ κοντά.

Δε γαμιέται σκέφτηκα, ας το παλέψω. Έτσι άνοιξα τα μάτια κάτω από το νερό.

Και εκεί τον είδα. Τον είδα να στέκεται στο βυθό. Για την ακρίβεια τον είδα να κάθεται σε ένα αόρατο κάθισμα. Μόνο το ένα πόδι του ακουμπούσε στο βυθό και ο υπόλοιπος ήταν χαλαρός λες και καθόταν σε πολυθρόνα. Φορούσε μια μακριά χαβανέζικη βερμούδα και με κοιτούσε χαμογελώντας. Δεν είχε καμία δουλειά να βρίσκεται εκεί που βρισκόταν, ούτε είχε καμία δουλειά να με χαιρετάει. Τον χαιρέτησα κι εγώ αμήχανα με το ένα χέρι ενώ με το άλλο προσπαθούσα να παραμείνω σταθερός στο νερό.

Τι δουλειά είχε ένας άνθρωπος στο βυθό της θάλασσας, καθιστός να με χαιρετάει. Πως μπορούσε ένας άνθρωπος να κρατάει την αναπνοή του τόση ώρα σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Ανοιγόκλεισε το στόμα του σαν να μιλάει. Φυσικά και δεν μπορούσα να τον ακούσω μέσα στο νερό. Συνέχισε να με χαιρετάει ανοιγοκλείνοντας το στόμα του. Τι στο διάολο ήθελε, αφού δεν μπορούσα να τον ακούσω; Και τότε άκουσα τη φωνή του μέσα στο κεφάλι μου.

«Γεια σου γήινε. το νερό είναι θαυμάσιο σήμερα».

Δεν συμβαίνουν και τόσο συχνά αυτά, σκέφτηκα και βγήκα στην επιφάνεια ουρλιάζοντας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ