O Αόρατος Δολοφόνος: Πέντε χρόνια μετά
News

O Αόρατος Δολοφόνος: Πέντε χρόνια μετά

Ο Αόρατος Δολοφόνος είναι μία αστυνομική σειρά μυστηρίου. Αυτό είναι το πρώτο επεισόδιο. 

Ο Γιόχαν σήκωσε την κίτρινη κορδέλα και πέρασε στον αποκλεισμένο από την αστυνομία χώρο. Είχε καιρό να βρεθεί σε τόπο εγκλήματος, αλλά η αίσθηση ήταν πάντα η ίδια. Αισθανόταν χαρούμενος που η αντίληψη του για το ανθρώπινο είδος επιβεβαιωνόταν.

Ο Γιόχαν πάντα πίστευε ότι ο άνθρωπος, ενώ είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο πάντα θα έκανε το χειρότερο. Και στην περίπτωση των δολοφονιών που συνήθως έπρεπε να εξιχνιάσει, δεν ήταν μόνο το χειρότερο αλλά και το πιο αρρωστημένο μαζί.

Περπάτησε αργά αργά στην είσοδο της πολυκατοικίας, κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. «Είναι χαλασμένο» του είπε ο νεαρός αστυνομικός που στεκόταν ακριβώς δίπλα στην πόρτα του ασανσέρ. «Και γιατί δεν το λες τόση ώρα;».

«Νόμιζα ότι θα είδατε τη μεγάλη ταμπέλα που γράφει χαλασμένο» απάντησε ο νεαρός και έδειξε με το δάχτυλο του την ταμπέλα. Ο Γιόχαν έριξε μια απαξιωτική ματιά στην ταμπέλα, όσο απαξιωτικά δηλαδή μπορείς να κοιτάξεις ένα άψυχο αντικείμενο και στη συνέχεια στάθηκε μπροστά στο νεαρό αστυνομικό.

«Μήπως ξέρεις πως μπορώ να ανέβω στον τέταρτο;» του είπε. «Μήπως να δοκιμάζατε τις σκάλες;». Ο νεαρός αστυνομικός έδειξε με το δάχτυλο του τις σκάλες.

Ο Γιόχαν τις κοίταξε απαξιωτικά. Όσο απαξιωτικά δηλαδή μπορείς να κοιτάξεις τις σκάλες. «Να ξέρεις ότι για να πας μπροστά δεν πρέπει να δείχνεις ποτέ με το δάχτυλο. Πρέπει πάντα  να κάνεις νεύμα». Ο Γιόχαν ήλπιζε ο νεαρός να ακολουθήσει τη συμβουλή του, γιατί αλλιώς το μόνο που θα κατάφερνε στην καριέρα του ως αστυνομικός, θα ήταν να στέκεται στις εισόδους την ώρα που τα μεγάλα παιδιά θα έλυναν τις δύσκολες υποθέσεις.

Ο νεαρός αστυνομικός δεν θα ακολουθούσε τελικά αυτή τη συμβουλή και θα πέρναγε ολόκληρη τη ζωή του σε εισόδους και γραφεία. Θα παντρευόταν στα 29 του μία τρίτη ξαδέρφη του, θα έκαναν δύο παιδιά και αυτή θα τον χώριζε δέκα χρόνια μετά για έναν φίλο του αξιωματικό.

Ο Γιόχαν άρχισε να ανεβαίνει -εντελώς βαριεστημένα- τις σκάλες. Μέχρι να ανέβει στον τέταρτο όροφο είχε δει άλλους τέσσερις αστυνομικούς να στέκονται στους διαδρόμους και να του δείχνουν με το δάχτυλο ότι πρέπει να πάει ακόμα πιο πάνω.

Χαμένες περιπτώσεις, σκέφτηκε και συνέχισε την ανηφόρα του.

Όταν έφτασε τελικά, είδε την Δέσποινα Σωτηρίου να τον περιμένει μπροστά από την πόρτα του διαμερίσματος. «Άργησες» του είπε. «Ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να βιάζομαι». «Δεν με πήρες τηλέφωνο» του είπε. «Ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να βιάζομαι» επανέλαβε.

«Έχουν περάσει δύο μήνες» του είπε η Δέσποινα Σωτηρίου με την οποία είχε αναπτύξει μια κάτι παραπάνω από επαγγελματική σχέση στην προηγούμενη συνεργασία τους. Όταν τελικά οι πλανήτες ενώθηκαν και η ώρα ήταν σωστή κατέληξαν στο κρεβάτι. Δεν την πήρε όμως τηλέφωνο, αν και το ήθελε πολύ. Με ένα νεύμα η Δέσποινα του έδειξε προς την είσοδο του διαμερίσματος.

Έξυπνο κορίτσι, σκέφτηκε ο Γιόχαν. Και καταπληκτικός κώλος, συμπλήρωσε τη σκέψη του πριν χτυπήσει με το μέτωπο πάνω στην κάσα της πόρτας.

«Είσαι λίγο εκτός τόπου και χρόνου ή μου φαίνεται;» του είπε.

Ο Γιόχαν κοίταξε απαξιωτικά την κάσα της πόρτας. Όσο απαξιωτικά μπορείς να κοιτάξεις την κάσα μίας πόρτας δηλαδή. «Δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ» της είπε για να δικαιολογηθεί, αφού δεν μπορούσε να παραδεχθεί ότι η σκέψη του είχε κολλήσει στο «καταπληκτικός κώλος».

«Επιτέλους ήρθες».

Η φωνή του Κώστα Δημητρόπουλου ακούστηκε από την άλλη μεριά του διαμερίσματος. Ο Δημητρόπουλος ήταν ο αρχηγός του εγκληματολογικού τμήματος και από τους λίγους ανθρώπους στην υπηρεσία που είχε σε εκτίμηση ο Γιόχαν. Για το 90% των ανθρώπων που είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, είχε την άποψη ότι θα έπρεπε να τους έχουν κλεισμένους σε μικρές ντουλάπες και να τους δίνουν κάθε μέρα μία ελαφριά φάπα στο σβέρκο.

Ο Δημητρόπουλος όμως ήταν άνθρωπος που δεν έλεγε πολλά και αυτό άρεσε στον Γιόχαν. Ήταν επίσης άνθρωπος που άκουγε τις γνώμες των άλλων και αυτό επίσης άρεσε στον Γιόχαν, κάτι όμως που σπάνια ακολουθούσε ο ίδιος. Σπάνια άκουγε δηλαδή τους άλλους και ας ήταν η δική του άποψη μια μαλακία και μισή. Θα του έπαιρνε ώρα να το καταλάβει αλλά και όταν το καταλάβαινε δεν θα το παραδεχόταν.

Έφτασε στο δωμάτιο του εγκλήματος. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον χώρο και στη συνέχεια στράφηκε στον Δημητρόπουλο. «Λοιπόν τι έχουμε;» είπε σαν να μην είχε προσέξει το πτώμα μίας γυναίκας που βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο του δωματίου μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ο Δημητρόπουλος του έδειξε με ένα νεύμα το πτώμα.

«Είναι νεκρή;» ρώτησε ο Γιόχαν.

Η γυναίκα που βρισκόταν νεκρή σε μια λίμνη αίματος στο κέντρο του δωματίου είχε δύο εμφανέστατες πληγές. Μία στο λαιμό απ’ άκρη σ΄ άκρη, και μία στην κοιλιά. Ήταν 32 χρονών, έμενε μόνη της και δούλευε ως στέλεχος σε μεγάλη  ασφαλιστική εταιρεία. Το έγκλημα είχε γίνει τουλάχιστον 18 ώρες πριν.

«Φυσικά και είναι νεκρή» απάντησε ο Δημητρόπουλος, «εσύ γιατί λες να σε φωνάξαμε;»

«Επειδή έχω δουλέψει και ως νοσοκόμος στα νιάτα μου μήπως;».

«Τα αστειάκια θα σου κοπούν όταν μάθεις τι πραγματικά συνέβη εδώ» είπε ο Δημητρόπουλος και σήκωσε το αριστερό του χέρι. Σε αυτό κρατούσε μια λευκή κάρτα. Πάνω της ήταν γραμμένο με αίμα ένα όνομα. «Πλησίασε» είπε ο Κώστας Δημητρόπουλος. Ο Γιόχαν δεν ήθελε όμως να πλησιάσει και έμεινε ακίνητος. Ήξερε πολύ καλά τι έγραφε πάνω η κάρτα αλλά δεν ήθελε να το αποδεχτεί.

Ο Κώστας Δημητρόπουλος περπάτησε με αργά βήματα προς το μέρος του κρατώντας την κάρτα σε ύψος που ερχόταν ευθεία με τα μάτια του Γιόχαν.

«Αόρατος». Αυτό έγραφε η κάρτα. Αυτό είδε ο Γιόχαν τελικά όταν σήκωσε το βλέμμα του. Μια λέξη που στοίχειωνε τα όνειρα του. Ο μοναδικός δολοφόνος που του είχε ξεφύγει όλα αυτά τα χρόνια και ταυτόχρονα ο χειρότερος από όλους.

«Αόρατος».

Ο Γιόχαν ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. «Χρειάζομαι λίγο αέρα» είπε και βγήκε γρήγορα από το διαμέρισμα. Έτρεξε προς τις σκάλες προσπερνώντας τους αστυνομικούς που στέκονταν στις ίδιες θέσεις με πριν.  Ο Γιόχαν κατέβαινε τα σκαλιά δυο-δυο τώρα και έφτασε στο ισόγειο λαχανιάζοντας. Εκεί, στην είσοδο της πολυκατοικίας είδε την Δέσποινα Σωτηρίου.

«Αυτός είναι ε; Αρχίσαμε πάλι» του είπε.

Ο Γιόχαν την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Καταπληκτικός κώλος» σκέφτηκε.

«Χρειάζομαι λίγο αέρα» είπε τελικά. «Θα επιστρέψω σύντομα».

page break

Είχαν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που ο αόρατος δολοφόνος είχε αφήσει πίσω του ένα πτώμα σε μια λίμνη αίματος. Αυτή η υπόθεση στοίχειωνε τον Γιόχαν αφού δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει έστω κοντά στη λύση του μυστηρίου. Μέσα σε ένα χρόνο είχε σκοτώσει 12 ανθρώπους που φαινομενικά δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους. Οι δολοφονίες γίνονταν κάθε μήνα όταν το ημερολόγιο έδειχνε 15.

Ο Γιόχαν προσπάθησε να θυμηθεί πόσο είχε ο μήνας εκείνη την ημέρα. Μετά από αρκετή σκέψη κατέληξε ότι είχε 16. Αφαίρεσε τις 18 ώρες από την ώρα του εγκλήματος και κατέληξε πάλι στο εύκολο θεωρητικά συμπέρασμα ότι ο φόνος είχε γίνει στις 15 του μήνα. Τίποτα δεν ήταν εύκολο στο μυαλό του Γιόχαν, ακόμα και η πιο απλή σκέψη όπως το να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι αφού σήμερα είναι Πέμπτη, χθες ήταν Τετάρτη. Φεύγοντας από την πολυκατοικία συνειδητοποίησε ότι δεν είχε μαζί του τα μεγάλα μαύρα γυαλιά του.

Το συνειδητοποίησε την ώρα που καταριόταν τον ήλιο που τον τύφλωνε.

Χρειαζόταν ένα ποτό και άμεσα. Μπορεί να ήταν ακόμα μεσημέρι αλλά οι ώρες δεν παίζουν ρόλο σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Είχε δυσκολευτεί πάρα πολύ για να βγάλει τον αόρατο δολοφόνο από το μυαλό του και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν τα είχε καταφέρει πραγματικά. Δεν θα ησύχαζε αν δεν τον έπιανε και κατά προτίμηση όχι ζωντανό. Να τον έπιανε αφού πρώτα του φύτευε μια σφαίρα στο δόξα πατρί. Αυτό του άξιζε για τα εγκλήματα του.

Δεν έπρεπε όμως να αφήσει την οργή και τον εκνευρισμό να τον παρασύρει. Αν ο υπεύθυνος για τη δολοφονία ήταν όντως ο αόρατος δολοφόνος και αν είχε αρχίσει πάλι τον κύκλο του αίματος τότε είχε μπροστά του 29 ημέρες για να τον σταματήσει πριν χτυπήσει ξανά.

«Έχω 29 μέρες για να σε σταματήσω μέχρι να χτυπήσεις ξανά» σκέφτηκε την ώρα που άνοιγε την πόρτα του μπαρ που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι του. Το ότι είχε μπαρ που λειτουργεί και το μεσημέρι απέναντι από το σπίτι του δεν ήταν κάποιο παιχνίδι της μοίρας. Είχε μετακομίσει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα ακριβώς γι αυτό το λόγο, πριν από περίπου πέντε χρόνια. Την εποχή των πρώτων δολοφονιών.

Του φαινόταν βολικό να μπορεί να πίνει όσο θέλει και να μη χρειάζεται να διανύσει μεγάλη απόσταση για να πέσει στο κρεβάτι του. Βέβαια ακόμα και αυτή η μικρή απόσταση τον είχε βάλει σε μπελάδες πέρυσι τέτοιο καιρό, όταν μία νύχτα βγαίνοντας από το μπαρ εντελώς τύφλα στο μεθύσι, προσπάθησε να σταματήσει ένα έγκλημα στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Μικρή λεπτομέρεια. Στο απέναντι πεζοδρόμιο δεν γινόταν κανένα έγκλημα. Απλά ένας άντρας περπατούσε σε κοντινή απόσταση από μία γυναίκα κρατώντας στο χέρι του μία κλειστή μεγάλη ομπρέλα. Ο Γιόχαν νόμιζε ότι η ομπρέλα ήταν σπαθί σαμουράι και επιτέθηκε στον άντρα χτυπώντας τον με τη βάση του όπλου δύο φορές στο κεφάλι.

Οι αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού που κατέθεσαν στην αστυνομία περιέγραψαν τη σκηνή λέγοντας ότι ο Γιόχαν αφού χτύπησε τον άνδρα στο κεφάλι και τον έριξε στο έδαφος τον έπιασε από τον γιακά και του φώναξε πολλές φορές  «Γύρνα πίσω στην Ιαπωνία πούστη Σαμουράι, γύρνα πίσω στην Ιαπωνία πούστη Σαμουράι».

Τα καλά του να είσαι μέλος της αστυνομίας έρχονται σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, αφού το θύμα της επίθεσης του Γιόχαν δέχθηκε να αποσύρει τη μήνυση αφού του έσβησαν τέσσερις κλήσεις, ενώ ο Γιόχαν τη γλύτωσε με ένα μήνα παύσης από τα καθήκοντα του.

Βέβαια τα καθήκοντα και οι υπηρεσίες του ήταν απαραίτητες μόνο σε υποθέσεις ανεξιχνίαστων δολοφονιών και εκείνο το μήνα δεν υπήρξε καμία έτσι στην ουσία δεν έπαθε και τίποτα. Υποσχέθηκε ότι θα είναι πιο προσεκτικός άλλη φορά και η υπόθεση ξεχάστηκε σύντομα.

«Τι έπαθες εσύ; Έχω να σε δω από το Σάββατο» του είπε ο μπάρμαν με το που μπήκε στο μαγαζί. Ως συνήθως τα πάντα ήταν διαφορετικά εκεί μέσα, αφού ενώ έξω ο ήλιος έλαμπε, μέσα στο μπαρ τα στόρια ήταν κατεβασμένα ενώ ο καπνός από τα τσιγάρα έκανε την ατμόσφαιρα πιο βαριά και από συνάντηση δύο ζευγαριών που ο ένας άντρας και η μία γυναίκα τα είχαν μέχρι πρόσφατα αλλά και οι δύο βρήκαν νέους συντρόφους πιο γρήγορα από όσο θα περίμενε κανείς.

Ήταν η αγαπημένη ατμόσφαιρα του Γιόχαν. Όχι αυτή των ζευγαριών αλλά της έντονης κάπνας. Έβγαλε τη μαύρη καπαρντίνα του, την ακούμπησε όπως πάντα στο σκαμπό μπροστά στο μπαρ και έκατσε πάνω. Ξεφύσηξε δυνατά και κοίταξε το ποτό του που είχε ήδη σερβιριστεί. Ουίσκι με λίγο πάγο και κόκα-κόλα.

«Αποφάσισα να αρχίσω γυμναστήριο, γι αυτό έχεις να με δεις μέρες» είπε τελικά.

«Άρχισες;»

«Όχι, άλλαξα γνώμη τελικά» είπε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ουίσκι του. «Δεν θα καταλάβω ποτέ πως το πίνεις αυτό το πράγμα, είναι δυνατόν να χαλάς με κόκα-κόλα ένα τόσο καλό ουίσκι;» του είπε ο μπάρμαν και ήταν κάτι που του έλεγε πάρα πολύ συχνά. Ήταν από τους ανθρώπους που ο Γιόχαν μπορούσε να αποκαλεί φίλους, όσο φίλος σου μπορεί να είναι κάποιος που του δίνεις τα λεφτά σου και σου δίνει αλκοόλ. Ας πούμε λοιπόν ότι ήταν ότι πιο κοντινό είχε σε φίλο.

Το μαγαζί ήταν δικό του και περνούσε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα εκεί εκτός από ένα δίωρο από τις πέντε μέχρι τις επτά το απόγευμα όταν και ανέβαινε στο σπίτι του που ήταν ακριβώς από πάνω και έριχνε έναν υπνάκο. Ο Γιόχαν συζητούσε τα πάντα μαζί του ακόμα και τις πολύ σοβαρές υποθέσεις που έπρεπε να λύσει. Τον θεωρούσε άνθρωπο εμπιστοσύνης. Βέβαια αν ήξερε τα πάντα για το παρελθόν του ίσως να άλλαζε γνώμη αφού ο μπάρμαν-ιδιοκτήτης είχε βγάλει τα λεφτά του δουλεύοντας για έναν μεγάλο νονό της νύχτας τη δεκαετία του 90. Όταν πέρασε τα 50 αποσύρθηκε και άνοιξε το μαγαζί του. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γιόχαν ο μπάρμαν δεν πρέπει να ήταν πάνω από 55 χρονών όμως και σε αυτό έπεφτε έξω. Είχε κλείσει τα 65 τον προηγούμενο μήνα.

Ήταν ψηλός, πάνω από 1.85 σίγουρα και γεροδεμένος παρά το γεγονός ότι με τα χρόνια τα είχε πάρει τα κιλάκια του. «Το ύφος σου μοιάζει χαμένο, κάτι σοβαρό πρέπει να έχει συμβεί».

«Θυμάσαι εκείνες τις ανεξιχνίαστες δολοφονίες πριν από πέντε χρόνια;» είπε ο Γιόχαν. «Αφού μιλάς για αυτές συνέχεια λες να μην τις θυμάμαι».

«Ο δολοφόνος επέστρεψε, θα στα πω όμως αναλυτικά άλλη φορά». Με τη δεύτερη γουλιά κατέβασε ολόκληρο το ποτήρι και ζήτησε άλλο ένα. Ίδιο φυσικά. Δεν θα έπινε όμως άλλο. Από εδώ και πέρα θα έπρεπε να έχει καθαρό μυαλό. Δεν θα επέτρεπε στο αλκοόλ να θολώσει την κρίση του. Όχι ότι θα το σταματούσε εντελώς, όχι. Αλλά θα προσπαθούσε να μην γίνεται λιώμα. Ο μπάρμαν καθάριζε τα τραπέζια έτσι δεν του έκανε άλλο παρέα. Ο Γιόχαν ήπιε μέσα σε δέκα λεπτά και το δεύτερο ουίσκι του, άφησε λεφτά πάνω στον πάγκο, σηκώθηκε, πήρε την καπαρντίνα του από το σκαμπό την κράτησε στα χέρια και έφυγε. Χαιρέτησε πρώτα φυσικά λέγοντας ότι θα τα πουν σύντομα.

Άρχισε να περπατάει με τις σκέψεις να βασανίζουν το μυαλό του. Σκέψεις για τις δολοφονίες που έγιναν πριν πέντε χρόνια. 12 θύματα, 12 άνθρωποι νεκροί και κανένα στοιχείο εκτός από την κάρτα που άφηνε πάντα πίσω του ο δολοφόνος. Έγραφε πάνω της με αίμα «αόρατος». Όμως κανένας δεν είναι αόρατος, όλοι έχουν τις αδυναμίες τους και το κυριότερο όλοι κάνουν λάθη.

«Όχι αυτός. Αυτός δεν κάνει λάθη» σκέφτηκε ο Γιόχαν και συνέχισε να περπατά.

Είχε περπατήσει για ώρες ολόκληρες και όταν αποφάσισε πλέον να γυρίσει σπίτι ήταν σούρουπο. Και επίσης ήταν εξουθενωμένος. Το γυμναστήριο ήταν σίγουρα καλή ιδέα, αφού η φυσική του κατάσταση ήταν άθλια ενώ κόντευε πλέον τα 40. Έπρεπε να αρχίσει να προσέχει την υγεία του αν ήθελε να ζήσει λίγο παραπάνω.

«Πρέπει να αρχίσω να προσέχω την υγεία μου αν θέλω να ζήσω λίγο παραπάνω» σκέφτηκε και άναψε ένα τσιγάρο λίγο πριν μπει στο ασανσέρ της πολυκατοικία του.

Τράβηξε μια μεγάλη τζούρα και άφησε τον καπνό ελεύθερο με το που μπήκε στο ασανσέρ. Κολλημένο πάνω στο τζάμι ήταν ένα χαρτί που έγραφε με κεφαλαία γράμματα «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ ΣΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ». Πάτησε το κουμπί του τέταρτου ορόφου και μέχρι να ανέβει στον προορισμό του πρόλαβε να τραβήξει άλλες δύο τζούρες και να αφήσει τον καπνό του πάνω στο χαρτί της απαγόρευσης.

Όταν έφτασε στον τέταρτο όροφο βρήκε σκοτάδι. Πρέπει να είχε καεί η λάμπα αφού στους υπόλοιπους ορόφους έβλεπε κανονικά φως. Έβγαλε τα κλειδιά του, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμα. Η ατμόσφαιρα ήταν παρόμοια με αυτή του μπαρ, αφού είχε μέρες να αερίσει το σπίτι.

Πάτησε πάνω σε κάτι και πίστεψε ότι ήταν διαφημιστικό φυλλάδιο. Δεν ήταν. Όταν άνοιξε το φως είδε ότι ήταν ένας άσπρος φάκελος. Πίστεψε ότι ήταν το σημείωμα του διαχειριστή για να του θυμίσει να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Δεν ήταν. Πήγε προς την μπαλκονόπορτα τράβηξε τις κουρτίνες και την άνοιξε διάπλατα. Καιρός ήταν να αεριστεί λίγο το σπίτι. Πήγε προς το ψυγείο πήρε μια μπύρα, την άνοιξε και ήπιε με μεγάλη γουλιά.

Το βλέμμα του πήγε πάλι προς τον φάκελο που ήταν στο πάτωμα. Ο ήχος του τηλεφώνου διέκοψε τη σκέψη που πήγε να δημιουργηθεί. Κοίταξε την οθόνη.

Ήταν η Δέσποινα Σωτηρίου. Καταπληκτικός κώλος, σκέφτηκε.

Όταν σήκωσε το τηλέφωνο την άκουσε να τον ρωτάει γιατί εξαφανίστηκε αφού είχε πει ότι θα πάει απλά να πάρει λίγο αέρα. Ο Γιόχαν συμφώνησε να πάει αύριο νωρίς στο γραφείο αφού θα γινόταν σύσκεψη για το θέμα της δολοφονίας με τον Κώστα Δημητρόπουλο.

Όταν έκλεισε το τηλέφωνο πήγε κατευθείαν προς τον φάκελο. Ήξερε τι θα βρει μέσα και αυτή τη φορά δικαιώθηκε. Πήρε το λευκό χαρτί στα χέρια του, έκατσε στον καναπέ και άρχισε να διαβάζει.

«Αυτή τη φορά θα σου μιλάω. Αυτή τη φορά θα κάνουμε κουβεντούλες. Μου έχεις κινήσει την περιέργεια Γιόχαν, έτσι θέλω να είσαι ο πιο κοντινός μου θεατής. Μετράμε ήδη έναν. Έχουμε άλλους έντεκα. Θα περάσουμε καλά στο υπόσχομαι»

Το μικρό κείμενο ήταν γραμμένο σε υπολογιστή. Η υπογραφή όμως ήταν γραμμένη με αίμα.

«Αόρατος».

Ο Γιόχαν έξυσε το κεφάλι του και πήγε στη βεράντα. Η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της πάνω από την πόλη και την έκανε να μοιάζει όμορφη με τα έντονα της φώτα. Δεν ήταν όμως και ο Γιόχαν το ήξερε καλά. Είχε μπροστά του 29 ημέρες πριν ο αόρατος δολοφόνος σκοτώσει το επόμενο του θύμα.

Το παιχνίδι με τον χρόνο είχε μόλις ξεκινήσει.

Το μυαλό του Γιόχαν πήγε πάλι στην Δέσποινα Σωτηρίου. Μπορείτε εύκολα να καταλάβετε τι σκέφτηκε…

Το be continued…

ΥΓ. Όλα τα επεισόδια του Αόρατου Δολοφόνου θα τα βρίσκετε στο roxx.gr. Για το πότε θα κυκλοφορήσει η συνέχεια θα ενημερωθείτε και θα ενημερώνεστε πάντα από τη σελίδα του ROXX στο Facebook.

Στο τέλος κάθε επεισοδίου θα υπάρχει ένα τραγούδι που θα περιγράφει ηχητικά τα συναισθήματα που δημιούργησε το τελικό αποτέλεσμα στον τύπο που γράφει αυτό το κείμενο.  

Περιμένω τα σχόλια σας και τα μπινελίκια σας ακριβώς από κάτω. Ας συζητήσουμε…

Yours truly,

Θανάσης Ράλλης

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ