Η μέρα που έφυγε ο Ronnie James Dio

Γράφει ο Θανάσης Ράλλης

Ήταν 16 Μαΐου του 2010. Κυριακή βράδυ στο γραφείο στον ΣΠΟΡ FM, με ένα ματς ΠΑΟΚ-ΑΕΚ για τα play off να έχει τελειώσει λίγη ώρα πριν.  Ήταν μία από εκείνες τις βαρετές ημέρες που μόνο τα play off της Σούπερ Λίγκας μπορούν να σου προσφέρουν και σκέφτεσαι την ώρα που θα τελειώσεις τη δουλειά και θα πας να πιεις μια μπύρα σαν άνθρωπος.

Εκείνη την ώρα και κάνοντας τις τελευταίες βόλτες στο internet, πριν κλείσω το pc, διάβασα για τον θάνατο του Ronnie James Dio. Και όπως οι περισσότεροι που άκουγαν τη μουσική του ένιωσα ότι έχασα έναν δικό μου άνθρωπο.

Δεν ήταν ότι τον πρόλαβα στις δόξες του στη δεκαετία του 70 και στις αρχές της δεκαετίας του 80. Το αντίθετο μάλιστα. Η πρώτη μου επαφή με τη μουσική του, ήταν την εποχή του Angry Machines. Και δεν το λες και καλή πρώτη επαφή.

Ήταν όμως η πύλη για να πάρω στα χέρια μου το Holy Diver και μετά το Last In Line. Και να ανακαλύψω το Heaven and Hell και το Mob Rules (που παραμένουν οι αγαπημένοι μου Sabbath δίσκοι).

Θυμάμαι να ξετυλίγω το booklet από το Best of των Rainbow και να προσπαθώ να καταλάβω πόσο χρονών είναι πια αυτός ο τύπος, κοιτώντας το γενεαλογικό δέντρο του συγκροτήματος που τον έφερνε να τραγουδάει στα τέλη της δεκαετίας του 50.

Δεν υπήρχε φυσικά internet για να πάρω εύκολα την απάντηση.

Η πρώτη φορά που τον είδα ζωντανά ήταν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Ανεβαίνοντας στο Λυκαβηττό για τη συναυλία των Whitesnake, έπεσε το μάτι μου στο τεράστιο banner με τη μορφή του που υπήρχε στην είσοδο. Θα ερχόταν λίγο καιρό μετά.

Και ήταν ο εξωτερικός χώρος μιας αποθήκης χαμηλά στην Πειραιώς που τον είχε υποδεχθεί. Θυμάμαι ακόμα την προσμονή της εμφάνισης και την πλάκα στον καραφλό τύπο που δοκίμαζε το μικρόφωνο.

Εκείνη την ήμερα άκουσα ζωντανά το Heaven and Hell και μέρος από το Stargazer. Στη διάρκεια του πρώτου o Ronnie έκανε την προσπάθεια να ανέβει στο ηχείο. Και τον έκανε με τη δυσκολία ενός ανθρώπου της ηλικίας του. Όταν ανέβηκε τελικά, με ζωγραφισμένο το χαμόγελο στα χείλη, η αποθέωση ήταν εξωπραγματική.

Από τότε τον είδα άλλες δύο φορές, τη μία στο Rockwave του 2007 μαζί με τους υπόλοιπους Sabbath κάτι που μέχρι τότε δεν πίστευα ότι ήταν δυνατό. Τελικά όχι μόνο ήταν δυνατό αλλά τους ξαναείδαμε δύο χρόνια μετά στο κλειστό του Φαλήρου με τον απαράδεκτο ήχο.

Ήταν και η τελευταία φορά όμως. Λίγους μήνες μετά μάθαμε για την αρρώστια του. Δεν νομίζω όμως ότι κανένας πίστεψε ότι αυτό θα ήταν το τέλος του.

Και στην πραγματικότητα ακόμα και αν έφυγε από τη ζωή, δεν νομίζω ότι ήταν. Και φαίνεται στα χρόνια που έχουν περάσει από τότε. Είναι ακόμα στις συζητήσεις μας για τη μουσική. Είναι ακόμα μέτρο σύγκρισης για κάθε τραγουδιστή. Για την απόδοση του ακόμα και σε μεγάλη ηλικία. Για τους στίχους του, για την ερμηνεία του, για το πάθος του.

Η μαγεία που έφερε στο χώρο δεν θα ξεφτίσει ποτέ. Δεν θα ξεθωριάσει. Το αντίθετο. Νομίζω  ότι όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται πιο ζωντανή. Και όσοι ακούγαμε και ακούμε τη μουσική του νιώθουμε την επιρροή του ονείρου που έπλασε για εμάς.

Εκείνο το βράδυ της 16ης Μαΐου του 2010 γύρισα στο σπίτι έβαλα κάτι να πιω και άκουσα τις μουσικές του. Και το κάνω συχνά από τότε.

Όχι δεν είμαι αλκοολικός.